Οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν κοιτίδα των Δωριέων την χώρα που εκτείνεται βορείως των Κεραυνίων ορέων, βόρεια της σημερινής Βορείου Ηπείρου, στην οποία κατοικούσαν αρχικά Βρύγες Θράκες και αργότερα πληθυσμοί προερχόμενοι από ανάμιξη Ελλήνων αποίκων, εξελληνισμένων Ιλλυριών και Δωριέων της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι πληθυσμοί αυτοί, πιστοί και μάχιμοι Ρωμαίοι πολίτες της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, που κατοικούσαν στην περιοχή του Αρβάνου, κατεβαίνουν ομαδικά αρχικά στην Ήπειρο και αργότερα στην Θεσσαλία, είτε με αποφάσεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων είτε αυθαίρετα, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν από πολιτικής και οικονομικής πλευράς. Από τους κατοίκους αυτούς προέρχονται οι Αρβανίτες. Η πρώτη και πλέον καταστροφική Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204 αποτέλεσε ιστορική τομή για την πορεία των Αρβανιτών. Σταδιακά κατέρχονται στον κεντρικό ελλαδικό χώρο και η εγκατάστασή τους είναι μόνιμη. Ο Ελληνισμός ενισχύεται σημαντικά τις δύσκολες ώρες του Βυζαντίου, όπως και την περίοδο της δουλείας, μετά την Άλωση από τους Τούρκους. Το συγγενικό, λόγω καταβολών, αρβανίτικο αίμα, τονώνει, «συνδιαμορφώνει και υπερασπίζεται άχρι θανάτου τον νεότερο Ελληνισμό με ηρωισμό και αξιοθαύμαστη αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα». Στην ιστορία του Βυζαντίου εμφανίστηκαν τον 11ο αιώνα (Άννα Κομνηνή και Μιχαήλ Αττάλειατης), όταν συμμμετείχαν στον αγώνα του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού κατά των Νορμανδών επιδρομέωναπο την απέναντι Ιταλία, που απειλούσαν το Δυρράχιο και ο αυτοκράτορας ανέθεσε στον αρχηγό τους Κομισκόρτη την άμυνα της πόλεως. Αυτούς τους Αρβανίτες καλούν τον 11ο και 12ο αιώνα και τους εγκαθιστούν στα «λίμιτα», στα σύνορα δηλαδή της Αυτοκρατορίας και σε στρατηγικά σημεία του εσωτερικού, οι αυτοκράτορες Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος, Μιχαήλ Δούκας και Μανουήλ Κομνηνός. Αμέσως με την κάθοδό τους στην Ήπειρο και στην νοτιότερη Ελλάδα, «έδειξαν την ανέκαθεν ελληνική συνείδησή τους, όχι απλώς με την παθητική έννοια του όρου, αλλά με την πλέον δυναμική και ενεργό εκδήλωσή της». Μετά την πρώτη Άλωση (1204), στον χώρο της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επικράτησαν διάφορα φραγκικά βασίλεια, δουκάτα και πριγκιπάτα, με εχθρική πολλές φορές διάθεση μεταξύ τους. Στα πριγκιπάτα αυτά, αντιπαρατίθεται ο Ελληνισμός με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στην Ανατολή και το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το Δεσποτάτο του Μυστρά (Μορέως) στη Δύση. Τότε οι Βυζαντινοί, τόσο της Νίκαιας όσο και της Ηπείρου, καλούν για στρατιωτική βοήθεια τους πολεμικούς Αρβανίτες, οι οποίοι ανταποκρίνονται μαζικά, συνοδευόμενοι από τις οικογένειές τους και τα κοπάδια τους. Τις εποικίσεις αυτές πιστοποιούν μεγάλος αριθμός από διασωζόμενα Χρυσόβουλα και «βασιλικά γράμματα» των βυζαντινών ηγεμόνων, όπως επίσης και γραπτές συνθήκες με τοπικούς Φράγκους άρχοντες. Επομένως δεν ευσταθούν οι εκδοχές διαφόρων μελετητών ότι οι Αρβανίτες μετακινήθηκαν στην νοτιότερη Ελλάδα ως επιδρομείς ληστές, με σκοπό τη λαφυραγωγία. Αντιθέτως, από τις έρευνες νεότερων Ευρωπαίων και Ελλήνων ιστορικών, με βάση επίσημα έγγραφα και λοιπά τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία, η κάθοδος των Αρβανιτών απέβλεπε στην ικανοποίηση στρατηγικών επιδιώξεων. Η νόμιμη, πάντως, κάθοδος και εγκατάσταση με το σύστημα των στρατιωτικών εποικήσεων δεν αποκλείει φαινόμενα βίας και αρπαγών, συνηθισμένα στους μετακινούμενους ποιμενικούς και πολεμικούς αυτούς πληθυσμούς, όπως και σε αντίστοιχους ελληνόφωνους και βλαχόφωνους, μέχρι και τον 19ο αιώνα.
Την περίοδο της καθόδου, οι Αρβανίτες αισθάνονται Έλληνες και το διακηρύσσουν με κάθε τρόπο, κυρίως με επιγραφές στην ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα ο πολέμαρχος Κάρολος Θώπιας, που το 1358 συνέτριψε στον Αχελώο τον Ιταλό Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο Β’ Ορσίνι Άγγελο. Ο Κάρολος Θώπιας ανακαίνισε εκ βάθρων την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Βλαδίμηρου στο Ελμπασάν (Αλβανόπολη) και γράφει στην ελληνική γλώσσα την κτητορική επιγραφή που καταλήγει: «Εν ημέραις αυθεντεύοντος πάσης χώρας Αλβάνου του πανυψηλοτάτου Πρώτου Κάρλα Θεωπία».
Ένα νέο κεφάλαιο έχει πλέον ανοίξει στην ελληνική ιστορία μεγάλο και συναρπαστικό. Το 1447, πριν στεφθεί Αυτοκράτωρ, ο Κων/νος Παλαιολόγος ως Δεσπότης της Πελοποννήσου εκστρατεύει από την Πελοπόννησο κατά των Οθωμανών, καταλαμβάνοντας την Αττική, την Βοιωτία και μέρος της Θεσσαλίας. Τα ισχυρότερα από τα στρατεύματά του είναι Αρβανίτες, ήδη Μοραΐτες. Είναι θαυμαστές του και για την ανδρεία του, τον προσαγορεύουν Δράγκαση, που στην γλώσσα τους σημαίνει Δράκος, το μυθικό θηρίο (η Ελένη Δραγάτση η μητέρα μου από αριστοκρατική Σερβική οικογένεια της Μακεδονίας, αργότερα Αγία Υπομονή). Στην εκστρατεία αυτή συναντήθηκαν με τους Βλάχους, που κυριαρχούσαν στην Πίνδο. Έκτοτε, οι δίγλωσσοι αυτοί Έλληνες αγωνίσθηκαν μαζί στους αγώνες του Γένους κατά των Τούρκων. Το 1455, δύο χρόνια μετά την Άλωση, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ ο πορθητής εισβάλλει στην Πελοπόννησο και κυριεύει το Δεσποτάτο απλώνοντας την κυριαρχία του στην τελευταία γωνιά που παρέμενε ελληνική. Οι Αρβανίτες τότε αποτραβήχθηκαν στα ορεινά, στα μικρά νησιά και στις μόνες ελεύθερες χριστιανικές εστίες που απέμεναν, τις βενετικές κτήσεις, και παρέμειναν ανυπότακτοι.
«Αρβανίτες - Μύθοι και πραγματικότητα» Εκδόσεις Ν. & Σ. Μπατσιούλας Ο.Ε. - Αθήνα 2011 συγγραφέας Σπύρος Κασελίμης - 2011


