Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Η κοιτίδα των Δωριέων

 


Οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν κοιτίδα των Δωριέων την χώρα που εκτείνεται βορείως των Κεραυνίων ορέων, βόρεια της σημερινής Βορείου Ηπείρου, στην οποία κατοικούσαν αρχικά Βρύγες Θράκες και αργότερα πληθυσμοί προερχόμενοι από ανάμιξη Ελλήνων αποίκων, εξελληνισμένων Ιλλυριών και Δωριέων της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι πληθυσμοί αυτοί, πιστοί και μάχιμοι Ρωμαίοι πολίτες της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης, που κατοικούσαν στην περιοχή του Αρβάνου, κατεβαίνουν ομαδικά αρχικά στην Ήπειρο και αργότερα στην Θεσσαλία, είτε με αποφάσεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων είτε αυθαίρετα, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν από πολιτικής και οικονομικής πλευράς. Από τους κατοίκους αυτούς προέρχονται οι Αρβανίτες. Η πρώτη και πλέον καταστροφική Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204 αποτέλεσε ιστορική τομή για την πορεία των Αρβανιτών. Σταδιακά κατέρχονται στον κεντρικό ελλαδικό χώρο και η εγκατάστασή τους είναι μόνιμη. Ο Ελληνισμός ενισχύεται σημαντικά τις δύσκολες ώρες του Βυζαντίου, όπως και την περίοδο της δουλείας, μετά την Άλωση από τους Τούρκους. Το συγγενικό, λόγω καταβολών, αρβανίτικο αίμα, τονώνει, «συνδιαμορφώνει και υπερασπίζεται άχρι θανάτου τον νεότερο Ελληνισμό με ηρωισμό και αξιοθαύμαστη αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα». Στην ιστορία του Βυζαντίου εμφανίστηκαν τον 11ο αιώνα (Άννα Κομνηνή και Μιχαήλ Αττάλειατης), όταν συμμμετείχαν στον αγώνα του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού κατά των Νορμανδών επιδρομέωναπο την απέναντι Ιταλία, που απειλούσαν το Δυρράχιο και ο αυτοκράτορας ανέθεσε στον αρχηγό τους Κομισκόρτη την άμυνα της πόλεως. Αυτούς τους Αρβανίτες καλούν τον 11ο και 12ο αιώνα και τους εγκαθιστούν στα «λίμιτα», στα σύνορα δηλαδή της Αυτοκρατορίας και σε στρατηγικά σημεία του εσωτερικού, οι αυτοκράτορες Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος, Μιχαήλ Δούκας και Μανουήλ Κομνηνός. Αμέσως με την κάθοδό τους στην Ήπειρο και στην νοτιότερη Ελλάδα, «έδειξαν την ανέκαθεν ελληνική συνείδησή τους, όχι απλώς με την παθητική έννοια του όρου, αλλά με την πλέον δυναμική και ενεργό εκδήλωσή της». Μετά την πρώτη Άλωση (1204), στον χώρο της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επικράτησαν διάφορα φραγκικά βασίλεια, δουκάτα και πριγκιπάτα, με εχθρική πολλές φορές διάθεση μεταξύ τους. Στα πριγκιπάτα αυτά, αντιπαρατίθεται ο Ελληνισμός με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στην Ανατολή και το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το Δεσποτάτο του Μυστρά (Μορέως) στη Δύση. Τότε οι Βυζαντινοί, τόσο της Νίκαιας όσο και της Ηπείρου, καλούν για στρατιωτική βοήθεια τους πολεμικούς Αρβανίτες, οι οποίοι ανταποκρίνονται μαζικά, συνοδευόμενοι από τις οικογένειές τους και τα κοπάδια τους. Τις εποικίσεις αυτές πιστοποιούν μεγάλος αριθμός από διασωζόμενα Χρυσόβουλα και «βασιλικά γράμματα» των βυζαντινών ηγεμόνων, όπως επίσης και γραπτές συνθήκες με τοπικούς Φράγκους άρχοντες. Επομένως δεν ευσταθούν οι εκδοχές διαφόρων μελετητών ότι οι Αρβανίτες μετακινήθηκαν στην νοτιότερη Ελλάδα ως επιδρομείς ληστές, με σκοπό τη λαφυραγωγία. Αντιθέτως, από τις έρευνες νεότερων Ευρωπαίων και Ελλήνων ιστορικών, με βάση επίσημα έγγραφα και λοιπά τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία, η κάθοδος των Αρβανιτών απέβλεπε στην ικανοποίηση στρατηγικών επιδιώξεων. Η νόμιμη, πάντως, κάθοδος και εγκατάσταση με το σύστημα των στρατιωτικών εποικήσεων δεν αποκλείει φαινόμενα βίας και αρπαγών, συνηθισμένα στους μετακινούμενους ποιμενικούς και πολεμικούς αυτούς πληθυσμούς, όπως και σε αντίστοιχους ελληνόφωνους και βλαχόφωνους, μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Την περίοδο της καθόδου, οι Αρβανίτες αισθάνονται Έλληνες και το διακηρύσσουν με κάθε τρόπο, κυρίως με επιγραφές στην ελληνική γλώσσα. Για παράδειγμα ο πολέμαρχος Κάρολος Θώπιας, που το 1358 συνέτριψε στον Αχελώο τον Ιταλό Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο Β’ Ορσίνι Άγγελο. Ο Κάρολος Θώπιας ανακαίνισε εκ βάθρων την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Βλαδίμηρου στο Ελμπασάν (Αλβανόπολη) και γράφει στην ελληνική γλώσσα την κτητορική επιγραφή που καταλήγει: «Εν ημέραις αυθεντεύοντος πάσης χώρας Αλβάνου του πανυψηλοτάτου Πρώτου Κάρλα Θεωπία».
Ένα νέο κεφάλαιο έχει πλέον ανοίξει στην ελληνική ιστορία μεγάλο και συναρπαστικό. Το 1447, πριν στεφθεί Αυτοκράτωρ, ο Κων/νος Παλαιολόγος ως Δεσπότης της Πελοποννήσου εκστρατεύει από την Πελοπόννησο κατά των Οθωμανών, καταλαμβάνοντας την Αττική, την Βοιωτία και μέρος της Θεσσαλίας. Τα ισχυρότερα από τα στρατεύματά του είναι Αρβανίτες, ήδη Μοραΐτες. Είναι θαυμαστές του και για την ανδρεία του, τον προσαγορεύουν Δράγκαση, που στην γλώσσα τους σημαίνει Δράκος, το μυθικό θηρίο (η Ελένη Δραγάτση η μητέρα μου από αριστοκρατική Σερβική οικογένεια της Μακεδονίας, αργότερα Αγία Υπομονή). Στην εκστρατεία αυτή συναντήθηκαν με τους Βλάχους, που κυριαρχούσαν στην Πίνδο. Έκτοτε, οι δίγλωσσοι αυτοί Έλληνες αγωνίσθηκαν μαζί στους αγώνες του Γένους κατά των Τούρκων. Το 1455, δύο χρόνια μετά την Άλωση, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ ο πορθητής εισβάλλει στην Πελοπόννησο και κυριεύει το Δεσποτάτο απλώνοντας την κυριαρχία του στην τελευταία γωνιά που παρέμενε ελληνική. Οι Αρβανίτες τότε αποτραβήχθηκαν στα ορεινά, στα μικρά νησιά και στις μόνες ελεύθερες χριστιανικές εστίες που απέμεναν, τις βενετικές κτήσεις, και παρέμειναν ανυπότακτοι.
«Αρβανίτες - Μύθοι και πραγματικότητα» Εκδόσεις Ν. & Σ. Μπατσιούλας Ο.Ε. - Αθήνα 2011 συγγραφέας Σπύρος Κασελίμης - 2011


ΤΙ ΓΥΡΕΥΕΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘ-ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΤΑΟΪΣΤΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ?


 Aναγνωρίζοντας φίλοι μου πως η είσοδος των ελληνικών δυνάμεων στην καρδιά της Κίτρινης ηπείρου προκαλεί και μόνον στο άκουσμά της ειρωνική θυμηδία, θα επικαλεστώ σήμερα κάποιες ξεχωριστές πληροφορίες των Ταοϊστικών βιβλίων του Master Zhuang (369-286 π.Χ), σύγχρονου του Αλεξάνδρου, οι οποίες αναφέρονται στο θεό και ουράνιο αυτοκράτορα Huangdi, καθώς επίσης και στον φιλόσοφο διδάσκαλο Laozi (Liezi, ή Lieh Tzu), σαν να είναι ένα και το αυτό μοναδικό πρόσωπο. Η ονομασία Huang-di, σημαίνει κυριολεκτικά : «ο κίτρινος-ξανθός θεός», επειδή το πρώτο ιδεόγραμμα προσδιορίζει αποκλειστικά και μόνον το ξανθό χρώμα των μαλλιών του αυτοκράτορα (Αλεξάνδρου), ενώ το δεύτερο σημαίνει θεός, και δηλώνει έναν ενσαρκωμένο θεό με τη μορφή του Ουράνιου αυτοκράτορα.

Η ονομασία του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως Liezi, ή Lieh Tzu, τεκμηριώνεται και διαμέσου του έργου «Hou Hanshu» της Δυναστείας Han, που είχε συνταχτεί από τον Κινέζο ιστορικό και πολιτικό Fan Ye (398-445 μ.Χ.), και αφορούσε τους λαούς που κατοικούσαν είτε στα σύνορα του κράτους, είτε αρκετά πιο μακριά από τις Δυτικές Περιφέρειες της Κίνας. Σύμφωνα με το ανωτέρω κείμενο, αναφέρεται ότι το Βασίλειο της Da Qin [Ελληνο-Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία], το οποίο ήταν γνωστό και ως Lijian (Αλεξάνδρεια), βρίσκονταν δυτικά της Μεγάλης θάλασσας (Ειρηνικός και Ινδικός Ωκεανός, κ.ά), όπου εκεί βρίσκονταν το Βασίλειο της Haixi (Αίγυπτος), καθώς επίσης και πολλά ακόμα μικρότερα εξαρτώμενα βασίλεια της τεράστιας αυτοκρατορίας Da Qin.
Το τμήμα αυτού του κεφαλαίου των Δυτικών Περιφερειών που ασχολείται με το Da Qin (Ελληνο-Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά από τον Friedrich Hirth το 1875 στο βιβλίο του «China and the Roman East». Ο Hirth, καθώς και πολλοί άλλοι μελετητές ακόμη, θεωρούν ότι η αυτοκρατορία Da Qin αναφέρονταν αποκλειστικά και μόνον στη Ρωμαϊκή Ανατολή, ενώ κάποιοι άλλοι πρεσβεύουν ότι η ονομασία της Da Qin ως Lijian (ή Li-chien -Li-kan), προέρχεται από τον Μέγα Αλέξανδρο (Liezi, Lieh Tzu, Laozi) και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. (Dubs 1957, σελ. 2-3, και Sitwell 1984, σελ. 213, η. 22). Το βιβλίο «Hou Hanshu» μας πληροφορεί συνεκτικά πως ο διδάσκαλος Laozi-Huangdi, που είχε ζήσει την ίδια εποχή με τον πρώτο Ταοϊστή συγγραφέα Zhuangzi (369-286 π.Χ), είχε μητέρα την Xiangmu [Ολυμπιάδα], η οποία παλαιότερα καλούνταν Fubao [Μιρτάλη]. Σύμφωνα με το ανωτέρω κείμενο αναφέρεται επίσης ότι ο Laozi–Huangdi είχε υπάρξει γιος του θεού της Βροντής Zhurong [Άμμωνος Διός εδώ], αλλά στη συνέχεια η μητέρα του παντρεύτηκε τον Wen Wang [Φίλιππο], με αποτέλεσμα κάποια ημέρα, και ενόσω εκείνη ήταν έγκυος στον γιο της να χτυπηθεί από μια αστραπή, την ώρα που περπατούσε στην ύπαιθρο. Τελικά όταν γεννήθηκε ο Laozi-Huangdi υιοθετήθηκε από τον Wen Wang [Φίλιππο], ο οποίος τον έστειλε να μαθητεύσει αργότερα κοντά στον Ταοϊστή δάσκαλο Hermits (ο Αριστοτέλης ως αλχημιστής διάδοχος του Ερμή), προκειμένου να αναστηθεί ως μαθητής του. Στη συνέχεια η Ολυμπιάδα [Xiangmu] παρουσιάζεται να μεταφέρεται θαυματουργά μετά το θάνατό της στον ΄Ολυμπο (Kunlun) ως Πνευματική Μητέρα της Δύσης (Xi-Wangmu), όπου εκεί υπήρχε και ένας πανέμορφος κήπος με τις μεγάλες υδάτινες λίμνες, με αποτέλεσμα όσοι θεοί παρίστατο εκεί, μπορούσαν να γευτούν τον καρπό της μακροζωίας (αμβροσία και νέκταρ). Σε ορισμένες πηγές η Ολυμπιάδα φέρεται να διαθέτει στην κατοχή της και μερικά τριζόνια ως αγγελιοφόρους (αντί περιστέρια), ειδικά εκπαιδευμένα για να της κομίζουν τα μηνύματά της. Εκδοχή προφανώς που προέκυψε από την θητεία της Ολυμπιάδας στο μαντείο της Ηπειρωτικής Δωδώνης, και της γνωστής συνάφειάς του με το Αιγυπτιακό μαντείο της Σίουα, οι ιερείς των οποίων επικοινωνούσαν αναμεταξύ τους χρησιμοποιώντας ταχυδρομικά περιστέρια.
Ανώτατη Θεότητα του Ταοϊστικού Πανθέου υπήρξε ο θεός του κεραυνού και της φωτιάς Zhurong [Ζεύς], ο θρόνος του οποίου δέσποζε στην κορυφή του βουνού Kunlun [Όλυμπου]. Κοντά του εξακολουθεί να διαθέτει ακόμα και σήμερα ικανούς βοηθούς, όπως είναι π.χ. ο θεός του πολέμου Gouang Gong (Άρης), ο οποίος επισκιάζεται από την αδελφή του Jiutian Xuannü (Αθηνά), επίσης πολεμική θεά, η οποία, σύμφωνα με τον Ταοϊστή λόγιο Du Guangting (850-933), χαρακτηρίζεται στο έργο του ως «Yongcheng Jixian Lu». «Η Μυστηριώδης Κυρία δηλαδή». Η εξουσία της ασκείται διαμέσου των έξι Παρθένων (Ding Jade), που αποτελούν την ακολουθία της και εκτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα κατά τη διάρκεια που εκείνη πολεμά ή παραμένει σε κατάσταση αφάνειας.
Ανάμεσα στους θεούς ξεχωρίζουμε τον Feilian (Αίολο), τον «Κυρίαρχο των ανέμων» δηλαδή που τους χειρίζεται κλεισμένους μέσα σε έναν ασκό, καμωμένο από δέρμα κατσίκας, το θεό της θάλασσας Gοngg Gοngg (Ποσειδώνα), ο οποίος απεικονίζεται ως θαλάσσιος δαίμονας, το θεό του κρασιού Du Kang, (Διόνυσο), εφευρέτη του κρασιού και των αλκοολούχων ποτών, καθώς επίσης και τον γιο του Ουρανού Mu, έναν ταχυδρόμο επισκέπτη που ταυτίζεται με τον Ερμή. Η πλέον εντυπωσιακότερη πληροφορία, είναι αυτή της συνάντησης του Αλέξανδρου (-κάπου κοντά στα Ιμαλάια με τον εν λόγω θεό, αλλά και Τέλειο Ουράνιο Άνθρωπο συνάμα ), που του χάρισε την αθανασία, μέσω μιας αλχημικής φόρμουλας, που οδήγησε στη συνέχεια στην ανάπτυξη της αλχημείας στην Κίνα. [Περίπτωση που αναλύθηκε εξονυχιστικά σε ειδική ανάρτηση παλαιότερα].
Ένας άλλος θεός είναι και ο Yaoshen, ο οποίος ασχολείται με την επιστήμη της Ιατρικής (Ασκληπιός), καθώς και ο Yanwang (Πλούτων), ο άρχοντας του κάτω κόσμου (Άδης), όπου εκεί βρίσκεται και ο Yama (Αιακός), ο Κύριος του Θανάτου που προεδρεύει της κρίσης των ψυχών και διατηρεί βιβλία με τις πράξεις των νεκρών, επιβλέποντας του ειδικού δικαστηρίου όταν ζυγίζονται οι ψυχές τους, προς διεξαγωγή σωστών αποφάσεων. Ανάμεσα στις υποδεέστερους θεότητες συγκαταλέγεται και η θεά της κουζίνας Zaoshen, η θεά Εστία δηλαδή, ως μια συγχώνευση με τον θεό της φωτιάς Xu Shen, (Ήφαιστος). Αγαπητή θέση ανάμεσα στους Ταοϊστές εξακολουθούν να κατέχουν οι θεοί Pan Ku, (Πάνας), ο οποίος απεικονίζεται στην Κινέζικη τέχνη ως τριχωτός νάνος με κέρατα, καθώς και ο θεός του πλούτου Caishen, που εξακολουθεί και αυτός να λατρεύεται θερμά και έως σήμερα. Τέλος αναφέρουμε και τον ημίθεο Wukong, που έφαγε τα φρούτα της αθανασίας και εξαπάτησε τους θεούς για να του δώσουν την αιώνια ζωή αλλά τιμωρήθηκε αυστηρά. Πρόκειται αναμφιβόλως για τον Ιξίωνα, τον βασιλιά της αρχαίας Περραιβίας (Β. Θεσσαλίας σήμερα), ο οποίος παρότι ευεργετήθηκε από τους θεούς μετά τη δολοφονία του πεθερού του και έγινε ομοτράπεζος των θεών, εκείνος ενώθηκε κρυφά με την Ήρα, με αποτέλεσμα να καταστεί μεν πατέρας των Κενταύρων, αλλά να τιμωρηθεί δε, αφού οι θεοί τον έδεσαν πάνω σε έναν πύρινο τροχό και τον εκσφενδόνισαν στο διάστημα, χωρίς να βρίσκει το μαρτύριό του τέλος. [Συνεχίζεται]
[The Taoist Body, Berkeley: University of California Press. Originally published as Le corps taoïste: Corps physique, corps social, Paris: Librairie Arthème Fayard, 1979. The Writ of the Three Sovereigns: From Local Lore to Institutional Daoism, Hong Kong: The Chinese University Press, and Honolulu: University of Hawai’i Press. The Inner World of the Laozi zhongjing”, in Huang Chun-chieh and Erik Zürcher (eds), Time and Space in Chinese Culture].
ΦΙΛΟΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΜΒΑΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΜΕΓΑΛΗ ΓΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΛΕΥΚΩΝ?


 Τρανή απόδειξη που πιστοποιεί πλήρως την Ελληνική κατάκτηση της Κίνας, εκ μέρους του Αλεξάνδρου, αποτελεί η κρατική οντότητα της «Μεγάλης Γης Των Ανώτερων Λευκών», η οποία παρουσιάζει τεράστιο ιστορικό ενδιαφέρον, επειδή το ανθρώπινο δυναμικό που προέρχονταν από την ηπειρωτική Ελλάδα και την λοιπή Κεντρική Ασία, δημιούργησε την φυλή Xianbei, η αρχική ονομασία της οποίας ήταν «Xin Βai», μια ονομασία που σημαίνει κυριολεκτικά: «νέα λευκή φυλή». Γεγονός διόλου τυχαίο, επειδή τα μέλη της φυλής αυτής διέθεταν λευκό δέρμα, ίσιες μύτες, ξανθά ή ξανθο-κόκκινα μαλλιά, και ζούσαν σε μια τεράστια αυτοκρατορία, η οποία κατέστη γνωστή σε όλες τις κινέζικες φυλές με την ονομασία : «*Da-xia». Επρόκειτο για μια ονομασία η οποία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα εγχώρια αρχεία κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα και χρησιμοποιούνταν ευρέως, προκειμένου οι Κινέζοι να αναφερθούν στο κράτος της Βακτριανής (Daxia), η οποία κατείχε αρχικά τμήματα του σημερινού βόρειου Αφγανιστάν, του Ουζμπεκιστάν, του νότιου Τατζικιστάν και επεκτάθηκε αργότερα στα εδάφη της Κίνας, της Μογγολίας και του Θιβέτ. Η επικράτεια της Daxia που κατοικούνταν από τους Dayuan, έτσι όπως τους είχαν γνωρίσει οι Κινέζοι από την εποχή του Αλεξάνδρου και δώθε, συμπεριελάμβανε μια ακόμα μεγάλη επικράτεια που ονομάζονταν Anxi, (κινεζική μεταγραφή της παρθικής λέξης Arsaces), και αποτελούσε παραφθορά του ελληνικού ονόματος του ιδρυτή της Αυτοκρατορίας των Πάρθων Αρσάκη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πεπραγμένα των μεταγενέστερων χρονικά ηγεμόνων της φυλής Xianbei, με κορυφαία χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του Θιβετιανο-κινέζου πρίγκιπα Liu Bobo (381-425 μ.Χ.), ο οποίος όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του δήλωσε κατά το 407 μ.Χ., απόγονος του Μεγάλου Yu (Αλεξάνδρου), θεωρώντας ότι είχε δικαιώματα εξουσίας ως (δήθεν) γνήσιος απόγονος του ιδρυτή της δυναστείας Xia. Κατά το 413 μ.Χ., επειδή το οικογενειακό του όνομα προέρχονταν από πριγκίπισσες της δυναστείας Han, προέβη σε αλλαγή ονομασίας, λαμβάνοντας το όνομα Helian Bobo, που παρέπεμπε εννοιολογικά στο βασιλιά της Βακτριανής και Σογδιανής Ηλιοκλή (βασιλεία 159-130 π.Χ.), ο οποίος γύρω στα 135/130 π.Χ. μετακίνησε την έδρα του βασιλείου του στην Κίνα, μη αντέχοντας τις πολεμικές προκλήσεις των νομαδικών λαών. Ο Helian Bobo, αφού απέρριψε συλλήβδην το παρελθόν της φυλής του, προχώρησε άμεσα στην υιοθέτηση της γνήσιας Ελληνικής κουλτούρας, αρχής γενομένης από τα μέλη της οικογένειάς του, με αποτέλεσμα δυο γιοί του να προσθέσουν μπροστά από τις κινέζικες ονομασίες τους την προσωνυμία Έκτωρ. Πρόκειται για τους Έκτωρ Chang (πρώην Liu Chang) και Έκτωρ Ding ( πρώην Liu Ding). Ταυτόχρονα ο Helian Bobo διέταξε όλους τους ευγενείς της χώρας του να αλλάξουν τα οικογενειακά τους ονόματα, αλλά κατά 434 μ.Χ., παρά τις μεγάλες προσδοκίες του, ο νεοσύστατος οίκος του κατέρρευσε, μετά από εσωτερικές δολοπλοκίες και αντεπιθέσεις.
Ανάλογη τακτική εφάρμοσε αργότερα και ο βασιλιάς Li Yiyin (; - 976 μ.Χ.), ο οποίος δημιούργησε μια τεράστια αυτοκρατορία, η οποία κατελάμβανε τα εδάφη της Β.Δ. Ningxia, της Gansu, του A. Qinghai, του B. Shaanxi, του B.A Xinjiang, κάποια τμήματα της Sichuan, της N.Δ. Εσωτερικής Μογγολίας, καθώς και της νοτιότερης Εξωτερικής Μογγολίας, έχοντας ως πρωτεύουσα το Xingqing (σύγχρονο Yinchuan). Αφού οργάνωσε την αυτοκρατορία του διοικητικά και στρατιωτικά, την ονόμασε Xi Xia (Δυτική Xia), χαρακτηρίζοντάς την κατά το 944 μ.Χ. ως «Da Bei Shang Guo», μια ονομασία η οποία στα Κινέζικα σημαίνει «Η Μεγάλη Γη των Ανώτερων Λευκών». Στα τέλη του 1227, μαζί με το κράτος της «Μεγάλης Γης των Ανώτερων Λευκών», αφανίστηκε και η ελληνοπρεπής πολιτεία *Xanadu, από τις ορδές του Τσέγκινς Χαν, η οποία σύμφωνα με μια πληροφορία του Αρριανού ονομάζονταν Ξάθροι στα ελληνικά, και είχαν ναυπηγηθεί εκεί πολλές τριακόντοροι και εμπορικά πλοία, (προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως ποταμόπλοια), ενώσω οι Έλληνες βρίσκονταν στα μισά της εκστρατείας. (βιβ. 6. XV 1).
Πάρα ταύτα εξακολουθεί να επιζεί έως και σήμερα ένα απομηνάρη της λευκής φυλής Xianbei (ή Xin Βai) στο χωριό Zhelaizhai, το οποίο είναι κτισμένο πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης Liqian της επαρχίας Gansu. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι εξακολουθούν να διαθέτουν ξανθά μαλλιά, μπλε ή πράσινα μάτια και ίσιες μακριές μύτες, στάθηκε αφορμή ώστε η εγχώρια προπαγάνδα να υποστηρίζει πως πρόκειται για νομαδικές φυλές Rong. Γεγονός που οφείλεται στις αυτονομιστικές διαθέσεις των κατοίκων, και στις θεωρίες του καθηγητή Homer Dubs, του Πανεπιστήμιου Οξφόρδης, που κάνουν λόγο για απογόνους 10.000 Ρωμαίων λεγεωνάριων, που ηγούνταν ο Μάρκος Λικίνιος Κράσος, αλλά μετά την ήττα που υπέστησαν το 53 π.Χ. στη σημερινή Harran, κατέληξαν συνοριοφύλακες στα ανατολικά της Παρθίας. Σχολιάζοντας τις εν λόγω απόψεις ο Christopher Anthony Matthew, τόλμησε κατά το 2011 και δήλωσε από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας ότι αυτοί οι περίεργοι πολεμιστές δεν ήταν Ρωμαίοι λεγεωνάριοι αλλά Ελληνο-Μακεδόνες απόγονοι του στρατού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που εξακολουθούσαν να αγωνίζονται ως οπλίτες στο σχηματισμό των φαλάγκων. [Matthew, Christopher A. (2011). Greek Hoplites in an Ancient Chinese Siege. Journal of Asian History. 45, pp. 17 – 37].
----------------------
Σημειώσεις: [Daxia]. Από το έργο του Sima Qian Shiji (Εγγραφές του Μεγάλου Ιστορικού), πληροφορούμαστε ότι ο αυτοκράτορας Wu (156-87 π.Χ.) γνώριζε από καιρό ότι η Daxia, που ανήκε στην εποχή του στους Dayuan (ή Ta-yuan) της Βακτριανής (σημερινό Αφγανιστάν), αφορούσε μια ονομασία που προέρχονταν από την λέξη «Yona», και σήμαινε κυριολεκτικά : «οι Μεγάλοι Ίωνες», οι οποίοι είχαν κατακτήσει την περιοχή αυτή από τον 4ο έως και τον 2ο π.Χ. αιώνα. Αναφέρεται επίσης πως ο αυτοκράτορας Wu (156-87 π.Χ.) είχε στείλει στους Dayuan τον εξερευνητή Zhang Qian (;-113 π.Χ.), κατά το έτος 138 π.Χ., προκειμένου να αγοράσει άλογα και να καταστούν σύμμαχοι κατά των Ούννων. Εκείνος, μετά από πολλές περιπέτειες, αφού διέσχισε την έρημο Takla Makan, πήγε να συναντήσει τους Dayuan (΄Ελληνες) που κατοικούσαν στην Fergana, γνωρίζοντας ότι η περιοχή διέθετε 60.000 οικογένειες και 30.000 στρατιώτες. Ήταν λευκοί εκτροφείς υπέροχων αλόγων, με γαλανά μάτια και κομψές γενειάδες· διέθεταν πάρα πολύ όμορφα κτίρια στολισμένα με αγάλματα και όχι μόνον «άκουγαν» τις γυναίκες τους, αλλά τις συμπεριφέρονταν και με σεβασμό. Ο Κινέζος αυτοκράτορας Wu (156-87 π.Χ.) αναφέρεται πως αμέσως ξεκίνησε μια διπλωματική και εμπορική επικοινωνία, η οποία βασίστηκε πάνω στην μοναδική οδό επικοινωνίας, η οποία ονομάζονταν Δρόμος των Yutian ή Ιώνια οδός ή ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, επειδή είχε κατασκευαστεί από πρωτοπόρους Έλληνες μηχανικούς, για να συνδέει την πρωτεύουσα Khotan με τις σημερινές επαρχίες της Κίνας Qinghai και Gansu.
[Xanadu].Η αρχαιολογική τοποθεσία της πόλης Xanadu, η οποία βρίσκεται 380 km βόρεια του Πεκίνου, ήρθε στο φως κατά το 2008 όταν διενεργήθηκαν αρχαιολογικές έρευνες στην κομητεία Zhenzi Mountainin Duolun, οι οποίες έφεραν στο φως το Ιπποδάμειο σύστημα δόμησης, λευκές μαρμάρινες κολόνες με υψηλής αισθητικής ανάγλυφα, ελληνοπρεπείς τάφους, καθώς και τα ερείπια ενός ναού, η αρχιτεκτονική δομή του οποίου παραπέμπει σε μια καινοτόμο παραλλαγή του ψευδοδίπτερου ναού που είχε επινοήσει ο αρχιτέκτονας Ερμογένης, (τέλος του 3ου -αρχές του 2ου αι. π.Χ.). Η Xanadu, από κάποια χρονική στιγμή και μετά υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα του Κουμπλάι Χαν (1215-94), με αποτέλεσμα να οικειοποιηθεί ανιστόρητα την κατασκευή της.
Βιβλιογραφία Matthew, Christopher A. (2011). Greek Hoplites in an Ancient Chinese Siege. Journal of Asian History. 45, pp. 17 – 37. Yu Taishan : China and the Ancient Mediterranean World: A Survey of Ancient Chinese Sources. Needham, Joseph (with the collaboration of Wang Ling) 1959 Science and Civilization in China Volume 3: Mathematics and the Sciences of the Heavens and the Earth . Cambridge University Press, Cambridge. Buell, P.D. Historical Dictionary of the Mongol World Empire. Loewe, Michael (2000). "Zhang Qian. A Biographical Dictionary of the Qin, Former Han, and Xin Periods (220 BC – AD 24). Leiden: Brill. Frances Wood, The Silk Road: «Two Thousand Years in the Heart of Asia», 2002, University of California Press, Silk Road: Monks, Warriors & Merchants on the Silk Road, p. 61. (2004) Luce Boulnois. Translated by Helen Loveday. Odyssey Books & Guides.].

Η κοιτίδα των Δωριέων

  Οι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν κοιτίδα των Δωριέων την χώρα που εκτείνεται βορείως των Κεραυνίων ορέων, βόρεια της σημερινής Βορείου Ηπείρ...