Ο Παναγιώτης
ήρθε στον κόσμο μια χειμωνιάτικη νύχτα, τότε που ο ουρανός πάνω από την Ελλάδα
έμοιαζε να ανοίγει και το φως των άστρων να κατεβαίνει χαμηλά, ως τη γη.
Ήταν
Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου. Η μητέρα του, η Γεωργία, είχε περάσει ώρες ολόκληρες
μέσα στους πόνους. Στο Αγρίνιο οι γιατροί δεν μπορούσαν να αναλάβουν τη δύσκολη
γέννα και ο δρόμος προς την Αθήνα ήταν μακρύς και επικίνδυνος. Έτσι, ο πατέρας
του, ο Διονύσιος, πήρε τη γυναίκα του και συνέχισε βιαστικά για την Άρτα.
Εκεί, ένας γιατρός,
ο Ζέρβας, πρόλαβε τη μοίρα.
Και το παιδί
γεννήθηκε.
Η Γεωργία το
πήρε στην αγκαλιά της και το κοίταξε σαν να κρατούσε μέσα στα χέρια της κάτι
που η ζωή τής χρωστούσε. Ήταν ένα όμορφο αγόρι, μεγάλο και γερό. Για λίγο, όλα
τα υπόλοιπα έπαψαν να έχουν σημασία.
Δεν ήξερε
τότε πως εκείνο το παιδί θα περνούσε πολλά χρόνια ψάχνοντας κάτι που κανείς δεν
μπορούσε να του δώσει εύκολα: μια θέση στον κόσμο.
Και ακόμη
περισσότερο, μια απόδειξη.
Ότι άξιζε.
Ότι είχε μέσα
του κάτι που έπρεπε να ακουστεί.
Τα παιδικά
του χρόνια στην Κεφαλονιά δεν έμοιαζαν με τα παιδικά χρόνια των άλλων παιδιών.
Το σπίτι δεν
είχε ηλεκτρικό ρεύμα ούτε νερό. Ο μικρός Παναγιώτης κουβαλούσε νερό από το
πηγάδι, φρόντιζε τα ζώα, μάζευε χόρτα και βολβούς, βοηθούσε τον πατέρα του στα
χωράφια και πρόσεχε τον μικρότερο αδελφό του, τον Νεκτάριο.
Η μητέρα του
έλειπε.
Και η απουσία
της είχε γίνει σιγά-σιγά ένα δεύτερο δωμάτιο μέσα στο σπίτι.
Ο Παναγιώτης
δεν ήξερε πώς να μιλήσει γι' αυτήν. Ήξερε μόνο ότι του έλειπε.
Μια φορά,
όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, η πόρτα άνοιξε μέσα στη νύχτα. Ήταν εκείνη.
Η Γεωργία
μπήκε στο δωμάτιο όπου κοιμόταν με τον Νεκτάριο. Πλησίασε το κρεβάτι του,
έβγαλε την καμπαρντίνα της και ξάπλωσε δίπλα του.
Ο Παναγιώτης
την αγκάλιασε.
«Μαμά, θα
μείνεις;»
Ήθελε μια
απάντηση.
Μια λέξη που
θα μπορούσε να κρατήσει ολόκληρη τη ζωή του.
Μα το πρωί,
όταν ξύπνησε, η μητέρα του είχε φύγει.
Και το παιδί
έμαθε, χωρίς κανείς να του το εξηγήσει, ότι μερικοί άνθρωποι μπορούν να
βρίσκονται πολύ κοντά σου και ταυτόχρονα να είναι απελπιστικά μακριά.
Ίσως γι' αυτό
έμαθε να ακούει.
Άκουγε τον
άνεμο.
Άκουγε τη
βροχή πάνω στη γη.
Άκουγε τα
κύματα του Μύρτου όταν έσπαζαν πάνω στους βράχους.
Και κάποια
βράδια, όταν ο πατέρας του άναβε τη λάμπα πετρελαίου, ο Παναγιώτης έμενε
σιωπηλός και κοίταζε τη μικρή φλόγα.
Όμως εκείνος
δεν έβλεπε μόνο μια λάμπα.
Έβλεπε έναν
ολόκληρο κόσμο.
Μέσα από το
τρανζίστορ αναζητούσε ιταλικούς σταθμούς. Και κάποια στιγμή άκουσε κάτι που
έμελλε να αλλάξει τη ζωή του.
Όπερα.
Οι φωνές
έρχονταν από μακριά, από την Ιταλία, περνούσαν πάνω από τη θάλασσα και έφταναν
ως το μικρό χωριό της Κεφαλονιάς.
Ο Παναγιώτης
έμενε ακίνητος.
Δεν
καταλάβαινε ακόμη τη μουσική με τους όρους των μουσικών. Δεν ήξερε θεωρία,
αρμονία ή ενορχήστρωση.
Ήξερε όμως
κάτι απλούστερο.
Τον
συγκινούσε.
Και άρχισε να
τραγουδά.
Μόνος.
Κρυφά.
Σαν να
φοβόταν μήπως κάποιος ανακαλύψει το μυστικό του.
Κάποια μέρα,
όμως, η κυρία Έλλη τον άκουσε.
Εκείνη είχε
έναν άλλο κόσμο μέσα της. Είχε σπουδάσει Ιατρική στο Παρίσι, αγαπούσε τις
τέχνες και γνώριζε την όπερα. Στο σπίτι της ο μικρός Παναγιώτης γνώρισε έναν
πολιτισμό που δεν υπήρχε στο φτωχικό περιβάλλον όπου μεγάλωνε.
Και εκεί,
ανάμεσα σε βιβλία, κασέτες και συζητήσεις για την τέχνη, άκουσε μια φράση που
δεν θα ξεχνούσε ποτέ:
«Παναγή,
έχεις ταλέντο. Πρέπει να σπουδάσεις μουσική».
Ήταν ίσως η
πρώτη φορά που ένας μεγάλος άνθρωπος δεν του είπε τι δεν μπορούσε να γίνει.
Του είπε τι
μπορούσε να γίνει.
Και για ένα
παιδί που μεγάλωνε μέσα στην έλλειψη, αυτή η πίστη ήταν σχεδόν ένα θαύμα.
Χρόνια
αργότερα, όταν θα βρισκόταν μακριά από την Κεφαλονιά, στον Καναδά, θα θυμόταν
εκείνη τη φωνή.
Γιατί ο
δρόμος του δεν θα ήταν εύκολος.
Θα υπήρχαν
άνθρωποι που θα τον αμφισβητούσαν. Θα υπήρχαν αποτυχίες, οικονομικές δυσκολίες,
μοναξιά και στιγμές κατά τις οποίες ακόμη και ο ίδιος θα αναρωτιόταν αν είχε
κάνει λάθος.
Στο
πανεπιστήμιο οι επιδόσεις του ως λυρικού βαρύτονου δεν ήταν εκείνες που
περίμενε. Οι καθηγητές όμως διέκριναν κάτι άλλο: φαντασία, δημιουργική δύναμη
και δυνατότητα στη σύνθεση.
Έτσι ο
Παναγιώτης άρχισε να αλλάζει δρόμο.
Δεν θα
προσπαθούσε πλέον μόνο να γίνει η φωνή μέσα στην όπερα.
Θα
προσπαθούσε να γίνει εκείνος που γράφει τη μουσική.
Και τότε
εμφανίστηκε μπροστά του ο Προμηθέας.
Ο δεμένος
Προμηθέας.
Ο άνθρωπος
που αντιστάθηκε.
Ο άνθρωπος
που τιμωρήθηκε επειδή τόλμησε να προσφέρει στους άλλους κάτι που θεωρούσε
πολύτιμο.
Ίσως ο
Παναγιώτης να αναγνώρισε μέσα του ένα κομμάτι του εαυτού του.
Και αποφάσισε
να τον κάνει όπερα.
Δεν γνώριζε
ακόμη πόσο δύσκολος θα ήταν ο δρόμος.
Δεν γνώριζε
πόσες πόρτες θα έκλειναν.
Δεν γνώριζε πόσοι
θα γελούσαν.
Δεν γνώριζε
πόσες φορές θα έπρεπε να αρχίσει ξανά.
Ήξερε μόνο
ένα πράγμα.
Αυτή τη φορά
δεν ήθελε απλώς να τραγουδήσει.
Ήθελε να
αφήσει πίσω του ένα έργο.
Κάτι που θα
έλεγε στον κόσμο:
«Είμαι
εδώ. Άκουσέ με.»
Και έτσι άρχισε η μεγάλη μάχη του.
Δεν ήξερε
ακόμη πώς θα γινόταν.
Ήξερε μόνο
πως έπρεπε να γίνει.
Το όνειρο
είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα του αθόρυβα, σαν μια μελωδία που κανείς άλλος
δεν μπορούσε να ακούσει. Εκείνος όμως την άκουγε. Τη νύχτα, όταν όλα γύρω του
ησύχαζαν, τη μέρα, όταν οι άλλοι μιλούσαν για πράγματα καθημερινά και ασήμαντα.
Την άκουγε ακόμη και στις στιγμές που ο ίδιος αμφέβαλλε για τον εαυτό του.
Και αμφέβαλλε
πολλές φορές.
Υπήρχαν
στιγμές που αναρωτιόταν αν άξιζε να συνεχίσει. Αν μπορούσε πραγματικά να γίνει συνθέτης.
Αν κάποτε θα έβρισκε ανθρώπους που θα πίστευαν στη μουσική που έκρυβε μέσα του.
Όμως κάθε
φορά που πήγαινε να εγκαταλείψει, κάτι μέσα του αντιστεκόταν.
Δεν ήταν
απλώς μια φιλοδοξία. Ήταν ανάγκη.
Ήθελε να
δημιουργήσει μουσική που να μιλά για τον άνθρωπο, για τον πόνο του, για την
ελευθερία του, για την αξιοπρέπειά του. Και περισσότερο απ’ όλα ήθελε να
αποδείξει πως η φωνή που είχε μέσα του δεν ήταν μια φαντασίωση, αλλά ένας
ολόκληρος κόσμος που περίμενε να γεννηθεί.
Γι’ αυτό και
όταν αποφάσισε να στραφεί στη σύνθεση, δεν έκανε πίσω.
Μπροστά του
άνοιγε ένας δύσκολος δρόμος. Δεν είχε βεβαιότητες. Είχε μόνο την πίστη του και
την επιμονή του.
Και τότε
εμφανίστηκε μπροστά του ο Προμηθέας.
Ο ήρωας που
ήταν δεμένος πάνω στον βράχο, μόνος απέναντι στη δύναμη και στην εξουσία, του
φάνηκε παράξενα οικείος.
Ίσως γιατί κι
εκείνος αισθανόταν δεμένος.
Δεμένος με
τις αμφιβολίες, με τις δυσκολίες, με την ανάγκη να πείσει τους άλλους για κάτι
που ο ίδιος ένιωθε ως αλήθεια.
Κάθισε
μπροστά στο έργο του και για μια στιγμή έμεινε ακίνητος.
Το χαρτί ήταν
λευκό και η παρτιτουρα άδεια.
Η σιωπή γύρω
του βαριά.
Μα μέσα του η
μουσική είχε ήδη αρχίσει.
Έπρεπε τώρα
να την ελευθερώσει.
Κι εκείνη τη
στιγμή κατάλαβε πως ο αγώνας του δεν ήταν μόνο να γράψει μια όπερα.
Ήταν να
αποδείξει ότι το όνειρό του μπορούσε να αποκτήσει μορφή, φωνή και ζωή.
Και αν
χρειαζόταν να παλέψει χρόνια για να το πετύχει, θα το έκανε.
Γιατί κάποια
όνειρα, όταν έχουν φωλιάσει βαθιά στην ψυχή ενός ανθρώπου, δεν του επιτρέπουν
να τα εγκαταλείψει.
Τον κυνηγούν μέχρι να τα
πραγματοποιήσει.












.jpg)






