Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

ΣΑΜΑΙΝΕΣ, τα πλοία των Σαμίων, ένας από τους πιο διάσημους τύπους πλοίων της αρχαιότητας

 

ΣΑΜΑΙΝΕΣ, τα πλοία των Σαμίων, ένας από τους πιο διάσημους τύπους πλοίων της αρχαιότητας.

Από Helena Koumpenaki
Η Σάμος ήταν ένα σημαντικό ναυτικό και ναυπηγικό κέντρο του Αιγαίου κατά την αρχαϊκή εποχή και έφτασε στο απόγειο της ευημερίας της την εποχή του τυράννου Πολυκράτη (538-522 πκχ). Η θέση της, από ναυπηγικής απόψεως, ήταν πολύ σπουδαία λόγω της ημεροξυλείας (πεύκης), η οποία φύεται άφθονη σε όλο το νησί. Ο εύκολος τρόπος εξασφάλισης ξυλείας εξαιτίας των πολλών δασών του νησιού συνετέλεσε στην κατασκευή εμπορικών και πολεμικών αυτών πλοίων κάνοντας τη Σάμο θαλασσοκράτειρα. Πράγματι, τα πεύκα της Σάμου με τις χοντρές διακλαδώσεις παρείχαν έτοιμα τα στραβόξυλα για τις πόστες κι ένα ξύλο άσηπο, ποτισμένο με ρετσίνι, ανθεκτικό και υπάκουο. Το ρετσίνι ανέβαζε την κατασκευαστική ποιότητα της τραχείας πεύκης της Σάμου, που ήταν περιζήτητη και τροφοδοτούσε όλα σχεδόν τα ναυπηγεία της Ελλάδας. Αλλά και μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες το νησί παρουσίαζε ναυπηγική κίνηση ιστιοφόρων αντιπροσωπεύουσα το ήμισυ περίπου της συνολικής κίνησης της χώρας.
Η ναυτική υπεροχή του νησιού συνδέεται με έναν τύπο σκάφους που αναφέρεται με το όνομα «Σάμαινα». Αν και υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για τη μορφή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, δεν μας είναι γνωστά τα στοιχεία της σε όλες τις λεπτομέρειές τους. Έτσι κάθε προσπάθεια αναπαραστάσεως του πλοίου προσκρούει σε άγνωστες λεπτομέρειες για τις οποίες μόνο υποθέσεις μπορούν να εκφραστούν. Αυτό ισχύει άλλωστε για κάθε τύπο πλοίου του οποίου δεν έχει βρεθεί ναυάγιο.
Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο πρώτος που κατασκεύασε τριήρεις ήταν ο Κορίνθιος ναυπηγός Αμεινοκλής, κάπου το 8/7 αι. πκχ. Ο ίδιος, λέει, κατασκεύασε και τις πρώτες τριήρεις των Σαμίων, οι οποίοι, κατά την εποχή του τυράννου Πολυκράτη (530 πκχ), έκαναν μετατροπές στο πλοίο αυτό ώστε να μεγαλώσει ο χώρος του. Έτσι προέκυψε ένα νέου τύπου πλοίο που πήρε το όνομα Σάμαινα, λόγω των μετατροπών των Σαμίων.
Κατά τον Πλίνιο, πρώτοι οι Σάμιοι (ή ο Περικλής) εφεύραν τα προς μεταφοράν ίππων (ιππαγωγά) πλοία. Τα πλοία που μετέφεραν ίππους συνιστούσαν έναν ιδιαίτερο τύπο πλοίου. Η χρησιμοποίηση του σαμιακού μοντέλου για τη μεταφορά στρατιωτών και για πολεμικές επιχειρήσεις, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, μαρτυρείται και από τον Θουκυδίδη κατά την επίθεση των Αθηναίων εναντίον των Σαμίων το 440 πκχ.
Οι Σάμαινες ήταν ειδικός τύπος τριήρους - διήρους, πιθανώς πεντηκόντορος, και κατασκευασμένες έτσι, ώστε να χρησιμοποιούνται ως φορτηγά και ως πολεμικά πλοία ταυτόχρονα. Είχαν, δηλαδή, ορισµένες ιδιαιτερότητες που τις έκαναν να ξεχωρίζουν από τα άλλα είδη πλοίων. Ήταν φαρδύτερο και βαθύτερο σκάφος απ' ότι οι άλλες διήρεις και είχε κατάστρωμα που επεκτείνονταν σ' όλο το μήκος του σκάφους. Ιδιαίτερη όμως επισήμανση απ' όλους τους σχολιαστές γίνεται για τη μορφή της πλώρης, είτε με τη λέξη «σίμωμα» είτε με την αναφορά ότι έμοιαζε με το κεφάλι κάπρου. Ίσως η μορφή της κεφαλής κάπρου να ήταν ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο αλλά οι Σάμαινες, οι οποίες με «εμβόλους σεσίμωνται», όπως αναφέρει ο Ησύχιος τον 5ο αιώνα κχ, πιθανόν είχαν κάποια ιδιαίτερα γεωμετρικά χαράκτηριστικά στις εμβολοφόρες πλώρες, που τις έκαναν να ξεχωρίζουν από τα άλλα πλοία.
Το πρωτογενές υλικό για τη μελέτη του σκάφους περιελάμβανε απεικονίσεις σε νομίσματα και σε αγγεία, αποσπάσματα κειμένων αρχαίων συγγραφέων και τρισδιάστατα μοντέλα.
Με αφετηρία τον σχολιασμό ότι τα σκάφη που αναφέρονται ως Σάμαινες ήταν διήρης, αναζητήθηκαν αναπαραστάσεις πλοίων τις ίδιας περιόδου με δύο σειρές κουπιών. Κάποια από αυτά παρουσιάζουν επίσης ζωόμορφη πλώρη και πρόκειται αναμφίβολα για σκάφη τα οποία ανήκουν στην ίδια οικογένεια με αυτή. Η μόνη ωστόσο παράσταση που θεωρείται ότι απεικονίζει την πλώρη μιας Σάμαινας, είναι αυτή που επαναλαμβάνεται στη μια όψη των νομισμάτων από τη Ζάγκλη (αποικία Σαμίων στη Σικελία). Η πόλη είχε καταληφθεί από Σαμίους και Μιλήσιους το 493 πκχ και είναι αυτή που αργότερα μετονομάστηκε σε Μεσσήνη.
H κατασκευή της Σάμαινας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον Πολυκράτη και την εποχή του. Τύραννος της Σάμου (539-522 πκχ), ο Πολυκράτης ήταν ο πρώτος από τους Έλληνες που δοκίμασε να κυριαρχήσει στο Αιγαίο, αναπτυσσοντας τη ναυτική της κυρίως δύναμη.
Οι Σάμιοι με τα πλοία τους διασχίζουν τις θάλασσες τόσο σαν έμποροι όσο και σαν πολεμιστές και πειρατές. Ο Πολυκράτης έκανε τεράστια περιουσία από πειρατικές επιδρομές, στην εποχή του το νησί γνώρισε πολιτιστική και οικονομική άνθηση, και εκείνος έμεινε στην ιστορία για την εγκαθίδρυση της ναυτικής κυριαρχίας των Σάμιων στο Αιγαίο και τα μεγαλόπνοα τεχνικά του έργα.
Ο Πολυκράτης αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την πειρατεία ως μέσο πλουτισμού του ιδίου αλλά και του νησιού, και κάνει κάτι το οποίο δεν το έχει αποτολμήσει ποτέ κάποιος. Είχε δημιουργήσει στόλο από 100 περίπου πλοία, αλλά και αρκετά σημαντικό στράτευμα με περίπου χίλιους οπλίτες. Αυτό του έδινε την δυνατότητα να κάνει επιδρομές σε όλα τα γύρω παράλια με πλοία ευκίνητα και ελαφριά ώστε να είναι σε θέση να επιτίθονταν και να διαφεύγουν, ταυτόχρονα όμως ευρύχωρα ώστε να μεταφέρουν τα πολεμικά ή πειρατικά λάφυρα πού συσσώρευσαν οι κυβερνήτες του, όπως ήταν η περίπτωση της «Σάμαινας» (ή «Σαμία ναυς»).
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Πολυκράτης δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους και έτσι επιτίθεται σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ενώ οι επιδρομές του φτάνουν μέχρι την Αθήνα και την Αίγυπτο. Αυτοί που κατάφεραν να σταματήσουν την δράση του ήταν οι Πέρσες, οι οποίοι του πρόσφεραν μία σατραπεία στην άκρη της Μικράς Ασίας και με αυτό τον τρόπο εγκατέλειψε την πειρατεία.
Η επιτυχία τον κατέστησε τόσο ισχυρό ώστε αργότερα να επανδρώσει 40 τριήρεις με δυσαρεστημένους υπηκόους και να τους στείλει να υποστηρίξουν τον πέρση βασιλιά Καμβύση στην εισβολή του στην Αίγυπτο το 525 με την εντολή να μην τους επιτρέψει να επιστρέψουν. Μετά την ήττα των Ελλήνων από τους Πέρσες στη Λάδη της Μικράς Ασίας το 494, ένα μέρος των ευγενών που βρίσκονταν σε διάσταση με την άρχουσα τάξη της νήσου, η οποία ήταν υπέρ μιας συνεργασίας με τους Πέρσες, δέχτηκαν, συνοδευόμενοι από μιλήσιους πρόσφυγες, μια προσφορά των κατοίκων της Ζάγκλης να ιδρύσουν μαζί τους στην ανατολική ακτή της Σικελίας μια πόλη στη θέση Καλή Ακτή. Ήταν η πόλη Ζάγκλη-Μεσσήνη, στα νομίσματα της οποίας αναπαρίσταται η Σάμαινα.
Τα νομίσματα της Ζάγκλης-Μεσσήνης της Σικελίας, χρονολογημένα μεταξύ 493-489 πκχ, έχουν στη μια όψη παράσταση πρώρας πλοίου η οποία έχει τη μορφή κεφαλής αγριόχοιρου, συνηγορεί στην αναγνώριση αυτού του πλοίου ως της Σάμαινας, όπως δηλώνει εξάλλου και η μορφή του εμβόλου με την αναφερόμενη κεφαλή κάπρου, αν και ο τύπος αυτός του εμβόλου δεν ήταν ασυνήθης κατά την εποχή αυτή.
Το πιο πρόσφατο από τα νομίσματα, το τετράδραχμο της Ζάγκλης στην Oξφόρδη, είναι χρονολογημένο από τον E. Robinson μεταξύ 493-489 πκχ. Τα δύο επίπεδα των φεγγιτών δείχνουν καθαρά πως αυτό το σαμιακό πλοίο είναι τουλάχιστον διήρης.
Oι πηγές μάς πληροφορούν πως η Σάμαινα ήταν:
1) Πλοίο δίκροτο = διήρης, δηλαδή με δύο σειρές (ορόφους) κωπηλατών
2) Είχε έμβολο μορφής κεφαλής αγριόχοιρου
3) Είχε σκάφος πλατύ σε σχέση με τα άλλα πλοία της εποχής
4) Είχε κατάστρωμα σε όλο το μήκος της
Στις γραπτές πηγές υπάρχουν αναφορές για ναυπηγήσεις και για πλοία των Σαμίων από τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο, αλλά άμεσες αναφορές για τη Σάμαινα γίνονται από λιγότερο γνωστούς αρχαίους συγγραφείς όπως ο Πλούταρχος (συγγραφέας του 1ου-2ου αι. κχ), ο Ησύχιος (Αλεξανδρινός γραμματικός του 5ου αι. κχ), ο Χοίριλος ο Σάμιος (δραματικός ποιητής του 5ου αι. πκχ) και ο Λυσίμαχος (Αλεξανδρινός γραμματικός του 2ου αι. πκχ). Οι περισσότερες αναφορές προέρχονται από μεταγενέστερες εποχές από ό,τι η χρονική περίοδος εμφάνισης του σκάφους και πιθανώς είναι αντιγραφές πληροφοριών από παλαιότερες γραπτές πηγές. Δεν αποκλείεται όμως και η πιθανότητα να υπήρχε κάποιος τύπος σκάφους που έφερε το ίδιο όνομα και χρησιμοποιούνταν σε μεταγενέστερους αιώνες, χωρίς ωστόσο να φέρει κατ' ανάγκη τα ίδια μορφολογικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά με τη Σάμαινα της Αρχαϊκής περιόδου. Η εργασία ωστόσο αναφέρεται αποκλειστικά στο σκάφος «Σάμαινα» της αρχαϊκής εποχής. Η τελευταία ενότητα που διερευνήθηκε στα πλαίσια του έργου περιλαμβάνει τη συλλογή από τα μοναδικά ξύλινα ομοιώματα σκαφών της αρχαϊκής περιόδου που φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σάμου. Το Ηραίο της Σάμου αποτελεί κατά την αρχαϊκή εποχή, ένα χώρο με θεία δύναμη για τους ανθρώπους της θάλασσας. Πολλά αναθήματα, έως και ολόκληρα καράβια, αφιερώνονται από τους ναυτικούς στο ναό της Ήρας στη Σάμο, για να τους προστατεύει στις θαλασσινές τους περιπέτειες. Πρόκειται για σχηματικά ομοιώματα λεπτόγραμμων σκαφών (χωρίς ιδιαίτερες κατασκευαστικές λεπτομέρειες), που χρονολογούνται στα μέσα του 7ου πκχ αι. ή την περίοδο 650-600 πκχ. Τα ομοιώματα αυτά αποτελούσαν είτε αφιερώματα στο ναό της Ήρας, είτε τελετουργικά σκεύη για τη λατρεία της θαλασσινής θεάς. Η χρονολόγηση των ομοιωμάτων δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις σαφώς τεκμηριωμένη, και αυτό επισημαίνεται ή υπονοείται σε ορισμένες δημοσιεύσεις. Επίσης, η κατασκευή της Σάμαινας είναι λογικό να βασίζεται στην προϋπάρχουσα εμπειρία στα ναυπηγεία της Σάμου, τα οποία φαίνεται ότι είχαν σημαντική παραγωγή πριν ακόμη από την εποχή του Πολυκράτη. Έτσι λοιπόν κρίθηκε απαραίτητο να μελετηθούν τα αρχαϊκά ομοιώματα του Ηραίου και να χρησιμοποιηθούν ως υπόβαθρο για την πιθανή αφετηρία των γεωμετρικών χαρακτηριστικών που είχαν τα κωπήλατα πλοία στη Σάμο τους αρχαϊκούς χρόνους.
Μετά την ολοκλήρωση της συλλογής των στοιχείων για την Σάμαινα, σχεδιάστηκε μια διήρης πεντηκόντορος. Τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά είναι τα ίδια με τα φαρδύτερα και ψηλότερα αρχαϊκά ομοιώματα από το Ηραίο και με στοιχεία που προέρχονται από την πλώρη που απεικονίζεται στο νόμισμα από την Ζάγκλη.
Η γάστρα αυτού του σκάφους έχει ολικό μήκος 27,40 μ., μέγιστο πλάτος 2,76 μ., ύψος στη μέση 2,42 μ. και αναλογία μήκους προς πλάτος 10:1. Στη συνέχεια θεωρήθηκε ότι σύμφωνα με τις γραπτές πηγές η Σάμαινα θα πρέπει να είχε φαρδύτερη γάστρα και έτσι σχεδιάστηκαν δύο ακόμη εκδοχές της Σάμαινας με το ίδιο ολικό μήκος αλλά αναλογίες μήκους προς πλάτος 8:1 και 6:1. Οι τρεις γάστρες συγκρίθηκαν ως προς τα υδροστατικά και υδροδυναμικά τους χαρακτηριστικά. Τα αποτελέσματα είναι ότι τα σκάφη με αναλογίες 10:1 και 8:1 απαιτούν ιδιαίτερα χαμηλή θέση του κέντρου βάρους και πιθανόν την τοποθέτηση πλωτήρων για να είναι ευσταθή. Αντίθετα το σκάφος με αναλογία 6:1 είναι σχετικά ευσταθές με την προϋπόθεση ότι το ωφέλιμο φορτίο ή έρμα συνολικού βάρους περίπου 15 τόνων είναι τοποθετημένο στη χαμηλότερη δυνατή θέση.
Για την κατανόηση του προβλήματος της αναπαραστάσεως της Σάμαινας κρίνεται αναγκαία μια αναφορά στους τύπους και τη μορφή των πλοίων της εποχής. Μια βασική διάκριση είναι αυτή που αναφέρεται στα μακρά πλοία και στα στρογγύλα πλοία.
Στα μακρά πλοία ήταν η διάσταση του μήκους που κυριαρχούσε ενώ στα στρογγύλα του πλάτους.
Στρογγύλη ονομαζοταν το εμπορικό πλοίο.Το εμπορικό πλοίο κατευθυνόταν προ πάντων από τον άνεμο. Ήταν αναγκαίο το σκάφος να είναι ανεπτυγμένο και βαρύ για να κάνει αντίβαρο στη δύναμη του ανέμου στα πανιά. Θα είχε έναν μικρό αριθμό κουπιών για να βοηθούν στις μανούβρες σε ιδιαίτερες συνθήκες.
Αντίθετα, το πολεμικό πλοίο έπρεπε να κινείται γρήγορα για να αντεπεξέλθει σε μια απότομη επίθεση εναντίον του εχθρού ή να
διαφύγει, εάν βρισκόταν σε δύσκολη θέση, ή να κάνει γρήγορες μανούβρες στο πεδίο της μάχης.Το σκάφος μετέφερε μόνο το πλήρωμα και μερικές προμήθειες και επιπλέον εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ανθρώπινη δύναμη των κωπηλατών και ελάχιστα από τα
πανιά. Έτσι, αν ήθελε κανείς να αυξήσει τη δύναμη ωθήσεως του πλοίου, όφειλε να του δώσει μεγαλύτερο αριθμό κωπηλατών και, κατά συνέπεια, να επιμηκύνει το πλοίο.
Το πολεμικό πλοίο ήταν εκ καταγωγής μακρύ πλοίο. Τα πρώτα πλοία αυτού του είδους
δεν είχαν παρά μία σειρά κουπιών, και τα πιο συνηθισμένα, στην προ των Mηδικών πολέμων εποχή, ήταν οι τριακόντοροι ή οι
πεντηκόντοροι με 15 ή 25 κωπηλάτες στην κάθε πλευρά. Για τους Έλληνες η λέξη πεντηκόντορος σήμαινε κυρίως ένα πλοίο με 50 κουπιά, των οποίων οι σκαλμοί ήταν τοποθετημένοι στην κουπαστή, αλλά η ίδια λέξη μπορούσε να σημαίνει επίσης έναν τύπο πλοίου ωθουμένου ομαλώς με 50 κουπιά αλλά μεγαλύτερου μεγέθους που μπορούσε γρήγορα να μεταμορφωθεί σε πλοίο με 100 κουπιά.
Oι εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των ελληνικών πόλεων προκάλεσαν την κατασκευή της διήρους, πλοίου με δύο ορόφους κωπηλατών. Η διήρης επέτρεπε σε ένα μήκος όμοιο με της μονήρους να διπλασιάσει τη δύναμη της κινήσεως και να αυξήσει κατά συνέπεια τη δύναμη προσκρούσεως του εμβόλου. Η χρονολογία της εφευρέσεως της διήρους στην Ελλάδα είναι γύρω στο 700 πκχ. Κατά τον Πλίνιο, οι Ερυθραίοι πρώτοι κατασκεύασαν διήρεις.
Το πιο γνωστό πολεμικό πλοίο της αρχαιότητας ήταν η τριήρης, πλοίο με τρεις ορόφους κωπηλατών. Πρώτοι οι Κορίνθιοι κατασκεύασαν τριήρεις και ο Αμεινοκλής κατασκεύασε τέσσερα πλοία (τριήρεις προφανώς) για λογαριασμό των Σαμίων 300 χρόνια πριν από το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου το 704 πκχ. Αλλά χρειάστηκε αρκετός χρόνος, δηλαδή μέχρι λίγο πριν από τους Mηδικούς πολέμους, για να συναντήσουμε τις τριήρεις σε μεγάλο αριθμό στους στόλους των δύο μεγάλων ναυτικών δυνάμεων της εποχής, της Κέρκυρας και των τυράννων της Σικελίας.
Σχετικά με τις πηγές, οι οποίες αναφέρουν ότι ο Πολυκράτης απέκτησε στόλο 100 πεντηκoντόρων και αργότερα και τριήρεις, οφείλουμε να θεωρήσουμε είτε ότι αυτές οι πεντηκόντοροι ήταν ο τύπος της Σάμαινας, άρα επρόκειτο για τον τύπο της πεντηκοντόρου σε δύο επίπεδα, είτε πως πρόκειται για δύο διαφορετικούς τύπους πλοίων:
την πεντηκόντορο με μια σειρά κωπηλατών (25+25) και τη Σάμαινα διήρη (με 25+25 σε κάθε πλευρά και σε δύο επίπεδα = 100), και με τα υπόλοιπα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση η Σάμαινα θα είχε κατασκευαστεί για κάποιες ιδιαίτερες επιχειρήσεις, όπως ήταν η πειρατεία, η μεταφορά φορτίων αλλά και στρατιωτών
και γενικά για χρήσεις για τις οποίες απαιτείτο μεγάλη χωρητικότητα. Όσο για τη μορφή του εμβόλου θα μπορούσε να ανταποκρίνεται και στους δύο τύπους πλοίων.
Είναι ευνόητο ότι οι γραπτές και οι εικονογραφικές πηγές (οι παραστάσεις των αγγείων) δεν είναι επαρκείς για την κατασκευή ενός μοντέλου. Μέχρι να βρεθεί ένα ναυάγιο της Σάμαινας, θα βρισκόμαστε στο χώρο των θεωριών και των υποθέσεων.
Εικόνες :
Σαμιακά πλοία του 6ου αιώνα πκχ-Αναπαράσταση
1: Η ''Σάμαινα'' εμπορικό και πολεμικό πλοίο μαζί.
2: Τριαντάκωπος με μορφή κάπρου στο έμβολό του.
ΠΗΓΕΣ:
Νικόλαος Γ. Λάσκαρης, Δρ Αρχαιολογίας
Πανεπιστήμιο Paris I-Panth on-Sorbonne
Lucien Basch, του οποίου το έργο Le mus e imaginaire de la marine antique
http:// www.naftotopos. gr/
http://slideplayer. gr/slide/2685664/#
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΣ
www.archaiologia. gr


Ancient Greek Civilization - Αρχαία Ελλάς




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

AHEPA Empire State District Six Calls on Congress to Recognize March as Hellenic American Heritage Month

  AHEPA Empire State District Six Calls on Congress to Recognize March as Hellenic American Heritage Month AHEPA Empire State District Six p...