Ὁ Ἀπόλλωνας στεκόταν στὴν καρδιὰ τοῦ ἱεροῦ τόπου ποὺ ἀργότερα θὰ γινόταν ὁ ὀμφαλὸς τοῦ κόσμου. Ἡ γῆ ἀκόμη ἀχνόβραζε ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ Πύθωνα· ρωγμὲς ἄνοιγαν στὸ χῶμα, καὶ τὸ αἷμα τοῦ θηρίου, πιὸ σκοτεινὸ ἀπὸ τὸ νυχτοβότανο, κυλοῦσε ἀνάμεσα στὶς πέτρες σὰν σκιὰ ποὺ ἔλιωνε.Κι ὅμως, πάνω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγριότητα, ὁ θεὸς τῆς μουσικῆς καὶ τοῦ φωτὸς ἀκτινοβολοῦσε. Ἡ μορφή του, λουσμένη στὸ χρυσὸ φῶς τοῦ ἀπομεσήμερου, ἔμοιαζε μὲ φλόγα ποὺ δὲν καταναλώνεται. Στὸ δεξί του χέρι κρατοῦσε ἀκόμη τὸ τόξο – λεπτουργημένο, ἐλαφρύ, μὰ θανατερό – καὶ ἡ τελευταία χορδὴ ποὺ εἶχε δονηθεῖ ἀπὸ τὸ βέλος του ἔμοιαζε νὰ τραγουδᾶ ἕναν ἀθόρυβο ὕμνο νίκης.
Ἡ ἀνάσα του ἦταν ἤρεμη, σὰν νὰ μὴν εἶχε προηγηθεῖ καμιὰ σύγκρουση. Στὸ βλέμμα του, ὅμως, ὑπῆρχε κάτι βαθύτερο: ὄχι ὑπερηφάνεια, ἀλλὰ ἡ αὐστηρὴ ἠρεμία τοῦ θεϊκοῦ καθήκοντος. Ἤξερε ὅτι δὲν εἶχε καταστρέψει ἁπλῶς ἕνα τέρας· εἶχε μεταμορφώσει τὸν ἴδιο τόν τόπο. Ἐκεῖ ὅπου ὁ Πύθωνας φύλαγε τὴν ἀρχέγονη πνοὴ τῆς Γῆς, ὁ Ἀπόλλωνας εἶχε ἀνοίξει χῶρο γιὰ φῶς, μαντεῖα καὶ μουσικὴ· γιὰ νὰ ἀκουστεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες τὸ ἄγγιγμα τῆς ἀλήθειας.
Ἡ γῆ ἀναστέναξε βαριά, σὰν νὰ ὑποκλινόταν. Οἱ πρῶτες πνοὲς ἑνὸς νέου ἀνέμου σηκώθηκαν πάνω ἀπὸ τὸ ἱερὸ ἄντρο, καὶ ἄρωμα δάφνης – τὸ χρῶμα καὶ τὸ σύμβολο τοῦ θεοῦ – ἁπλώθηκε στὸν ἀέρα. Ὁ Ἀπόλλωνας περπάτησε πρὸς τὸν τόπο ὅπου εἶχε πέσει τὸ τέρας καὶ ἄγγιξε μὲ τὰ δάχτυλά του τὸ χῶμα: ἀπὸ τὶς στάχτες τῆς μάχης θὰ γεννιόταν ὁ ναός του, καὶ ἡ φωνή του θὰ ὁμιλοῦσε ὄχι μὲ ὀργή, ἀλλὰ μὲ χρησμό.
Καὶ τότε, ὁ θεὸς χαμογέλασε – ἕνα χαμόγελο καθαρό, κοφτερὸ σὰν ἅρπα ποὺ παίζεται γιὰ πρώτη φορά. Ἤξερε πὼς ἡ νίκη δὲν ἦταν τὸ τέλος· ἦταν ἡ ἀρχὴ ἑνὸς δεσμοῦ ἀνάμεσα στὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ θεῖο. Οἱ Δελφοί, ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνας τόπος· ἦταν ἐπιφοίτηση.
Ὁ ἥλιος γλίστρησε πίσω ἀπὸ τὸν ὦμο του καὶ τὸ φῶς τὸν στεφάνωσε. Ἔτσι στάθηκε ὁ Ἀπόλλων: νέος, ἀθάνατος, θριαμβευτὴς· ὁ πρῶτος φρουρὸς ἑνὸς ἱεροῦ ποὺ θὰ ζοῦσε ὅσο καὶ ὁ χρόνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου